Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα NT Textual Criticism. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα NT Textual Criticism. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Ο Καθηγητής Markus Vinzent για το Α΄ Κορ. 14:34


http://markusvinzent.blogspot.com/2019/04/1cor-1434-should-women-be-silent-in_11.html


33 οὐ γάρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ θεὸς ἀλλὰ εἰρήνης, ὡς ἐν πάσαις ταῖς ἐκκλησίαις τῶν ἁγίων.34 Αἱ γυναῖκες ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν, οὐ γὰρ ἐπιτρέπεται αὐταῖς λαλεῖν· ἀλλὰ ὑποτασσέσθωσαν, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει. 35 εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν, αἰσχρὸν γάρ ἐστιν γυναικὶ λαλεῖν ἐν ἐκκλησίᾳ. 36 ἢ ἀφʼ ὑμῶν ὁ λόγος τοῦ θεοῦ ἐξῆλθεν, ἢ εἰς ὑμᾶς μόνους κατήντησεν;


"Working on Marcion's version of the Pauline text of First Corinthians, I noticed that according to both Tertullian and Epiphanius, Marcion's Paul had already the passage about the silencing of women, 1Cor. 14:34. This, of course, is a counterargument to Harnack and others who saw this as a later gloss [Harnack, Mission und Ausbreitung, 590-91, cf. B. Nongbri, ‘Pauline Letter Manuscripts’, in M. Harding and A. Nobbs (eds), All Things to All Cultures: Paul among Jews, Greeks, and Romans (Grand Rapids and Cambridge, 2013) 84-102 at 96; P.H. Payne, ‘Vaticanus Distigme-Obelos Symbols Marking Added Text, Including 1 Corinthians 14.34-35’, NTS 63 (2017) 604-25], unless that gloss  had entered the Pauline text at a rather early stage - pretty hypothetical.

 

However, contrary to our textus receptus of Paul today, Marcion's Paul must have pointed out with his explicit reference to the Law that this teaching about the silencing and subjugating of women derives from the Law and, therefore, only showed the 'disorderly nature' of the Law (so explicit in the commentary of Epiphanius, somehow also in Tertullian). Hence, instead of a later gloss, I would presume that the Pauline text had been altered later so that the critical note (1Cor. 14:33: 'For God is not characterized by disorder, but by peace') could be misinterpreted. It seems that Marcion's Paul intended by 1Cor. 14:34 to point out the subjugation of women and their silencing in the church was a kind of disorder that was inconsistent with the God of Jesus Christ. This then explains the strong dissent with the earlier statement that women in the congregations are allowed to prophecy".

 

 

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

Γνώριζε ο Ιουστίνος τα ονόματα των τεσσάρων Ευαγγελίων του Βιβλικού Κανόνα;



   Στη σύγχρονη βιβλική επιστήμη, και συγκεκριμένα στον κλάδο της Καινής Διαθήκης, φαίνεται να είναι κοινός τόπος μεταξύ των καινοδιαθηκολόγων επιστημόνων, το γεγονός της συγγραφής των τεσσάρων Ευαγγελίων γύρω στα τέλη (70-100) του πρώτου αιώνα μ.Χ. Το Ευαγγέλιο του Μάρκου προηγείται χρονικά των τριών άλλων και πιστεύεται από την επιστημονική κοινότητα ότι γράφτηκε πρώτο. Ωσαύτως, είναι επίσης αποδεκτό ότι τα ευαγγέλια αρχικά δεν περιείχαν τις επιγραφές και τους τίτλους που τους αποδίδουμε εμείς σήμερα όταν τα διαβάζουμε, όπως π.χ. «Κατά Μάρκον», «Κατά Ματθαίον». Επίσης τα Ευαγγέλια δεν ήταν χωρισμένα και αριθμημένα σε κεφάλαια και χωρία, κάτι που συνέβη πολλούς αιώνες αργότερα.


     Στην παρούσα ανάρτηση θα εξετάσουμε αν ο Μάρτυς και Απολογητής του 2ου αιώνα μ.Χ. Ιουστίνος είχε επίγνωση των ονομάτων των Ευαγγελίων όπως τα ονομάζουμε και τα τιτλοφορούμε σήμερα.

 

 
      Τα δύο σημαντικότερα από τα σωζόμενα έργα του Ιουστίνου, γραμμένα περί το 150 μ.Χ., είναι η «Α΄Απολογία» και ο «Διάλογος προς Τρύφωνα». Ο τρόπος με τον οποίο ο Ιουστίνος αναφέρεται στα Ευαγγέλια είναι να χρησιμοποιεί τον όρο «απομνημονεύματα». Ο όρος «απομνημονεύματα» απαντάει συνολικά 15 φορές στα δύο αυτά έργα του Ιουστίνου. Πιο συγκεκριμένα, 11 φορές σε δοτική πληθυντικού, δηλαδή «απομνημονεύμασι(ν)», στον «Διάλογο προς Τρύφωνα», 1 φορά σε δοτική πληθυντικού στην «Απολογία», 2 φορές σε γενική πληθυντικού (απομνημονευμάτων) στον «Διάλογο προς Τρύφωνα» και 1 φορά σε ονομαστική πληθυντικού στην «Απολογία». Επιπλέον, στην Απολογία υπάρχουν πολλές ρήσεις, προτροπές και φράσεις του Ιησού Χριστού, τα οποία συναντάμε στα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Λουκά και του Μάρκου, χωρίς όμως ο Ιουστίνος να τα κατονομάζει ή να αναφέρει ονομαστικά από που προέρχεται η εκάστοτε φράση του Ιησού που χρησιμοποιεί. Επομένως και στις δύο περιπτώσεις, τόσο με τον όρο «απομνημονεύματα» όσο και με τις υπόλοιπες φορές που ο  Ιουστίνος χρησιμοποιεί φράσεις από τα Ευαγγέλια, ταυτόχρονα δεν συνυπάρχει κάποια σαφής ένδειξη ότι ο Ιουστίνος γνωρίζει τους τίτλους των Ευαγγελίων «Κατά Μάρκον», «Κατά Ματθαίον», «Κατά Λουκάν» κλπ.

    Ορισμένοι πιο συντηρητικοί καινοδιαθηκολόγοι, όπως ο Larry Hurtado (εδώ η άποψή του πάνω στο θέμα: https://larryhurtado.wordpress.com/2018/04/10/justin-martyr-and-the-gospels-2/), ίσως θα επικαλεστούν το γεγονός, ότι ο Ιουστίνος όντως γνώριζε τους συγγραφείς και κατά συνέπεια και τους τίτλους των Ευαγγελίων, αλλά δεν τους χρησιμοποιούσε διότι δεν αφορούσαν άμεσα τους παραλήπτες της «Απολογίας», οι οποίοι ήταν Ρωμαίοι Αυτοκράτορες και οι οποίοι στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. δεν είχαν ακόμη εκχριστιανιστεί και άρα δεν γνώριζαν τα κείμενα των χριστιανών ως Ευαγγέλια. 

     Το συγκεκριμένο επιχείρημα, φαίνεται να καταρρίπτεται, διότι όταν αντιθέτως ο Ιουστίνος αναφέρεται σε χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, εκεί χρησιμοποιεί κανονικά τα ονόματα των βιβλίων που παραπέμπει. Για παράδειγμα, όταν παραπέμπει στην Γένεση της Πεντατεύχου, ο Ιουστίνος αναφέρει συγκεκριμένα ότι ο «Μωυσῆς μὲν οὖν, πρῶτος τῶν προφητῶν γενόμενος, εἶπεν αὐτολεξεὶ οὕτως…» (Απολογία 32,1, όπως και 44,1). Το ίδιο συμβαίνει και όταν αναφέρεται στον προφήτη Ησαϊα, στον προφήτη Μιχαία, στον προφήτη Ζαχαρία, στον προφήτη Ιεζεκιήλ και στον προφήτη Ιερεμία. Ο Ιουστίνος πρώτα αναφέρει το όνομα του προφήτη που φέρεται να έγραψε το εκάστοτε βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και έπειτα αναφέρει τη φράση του βιβλίου. Επομένως, εφόσον ο Ιουστίνος αναφέρει τα ονόματα των συγγραφέων των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, τότε ποιος ο λόγος να μην αναφέρει τα ονόματα των συγγραφέων των Ευαγγελίων; Οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες στους οποίους απευθύνεται η «Απολογία», εφόσον δεν ήταν οι ίδιοι χριστιανοί, πιθανότατα δεν γνώριζαν τα Ευαγγέλια και το ίδιο δεν γνώριζαν την Παλαιά Διαθήκη. Εδώ βέβαια θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ως αντίλογο, ότι η Παλαιά Διαθήκη αποτελούσε για πολλούς αιώνες πριν την έλευση του Χριστιανισμού το ιερό βιβλίο των Ιουδαίων, και άρα ίσως οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες να είχαν επίγνωση αυτών των κειμένων. Ίσως πράγματι να είχαν γνώση των συκγκεκριμένων βιβλίων και για αυτό το λόγο ο Ιουστίνος να χρησιμοποιούσε τα ονόματα των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Το επιχείρημα όμως αυτό, ακόμη και αν ισχύει και είναι ορθό, δεν δίνει απάντηση, ούτε εξηγεί το γιατί ο Ιουστίνος επιμένει να μην χρησιμοποιεί ποτέ τους τίτλους των Ευαγγελίων όταν αναφέρεται σε αυτά.

     Ακόμη, όταν ο Ιουστίνος αναφέρεται σε κείμενα εκτός του Χριστιανισμού, και πάλι αναφέρει το όνομα από το οποίο προέρχονται. (π.χ. Τίμαιος του Πλάτωνα, Απολογία 60,1).

 

       Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, θεωρούμε δεδομένο ότι ο Ιουστίνος πράγματι είχε επίγνωση, και μάλιστα επαρκή, των τεσσάρων Eυαγγελίων του Βιβλικού Κανόνα. Το γεγονός όμως ότι ποτέ δεν αναφέρεται ονομαστικά και συγκεκριμένα σε κάποιο από αυτά, μας αναγκάζει να τείνουμε να πιστέψουμε ότι πιθανότατα τουλάχιστον μέχρι την εποχή του (μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ.), τα Ευαγγέλια δεν τιτλοφορούνταν ονομαστικά όπως άρχισαν να τιτλοφορούνται αργότερα και όπως τιτλοφορούνται μέχρι και σήμερα. Σε κάθε περίπτωση δεν βρίσκουμε τον λόγο στο γιατί αν τα Ευαγγέλια όντως τιτλοφορούνταν κανονικά, ο Ιουστίνος να απέκρυπτε σκόπιμα την ονομασία τους.