Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Ο Στυλιανός Παπαδόπουλος για τον Επιφάνιο Κύπρου



ΠATPΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΜΟΣ Β' Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ, ( Ανατολή καί Δύση), ΑΘΗΝΑ 1990,  σ. 723


Παράλληλα ό Έπ. είναι ό αρχαιότερος εκκλησιαστικός συγγραφέας πού μέ ειδική διατριβή υποστήριξε τήν άειπαρθενία της Θεοτόκου ('Επιστολή πρός Αραβας) καί ό πρώτος είκονοκλάστης θεολόγος. Δέν κατόρθωσε νά συλλάβει τίς θεολογικές συνέπειες της χριστολογίας του καί αντέδρασε βίαια πρός τήν διαδεδομένη συνήθεια της κατασκευης εικόνων, επάνω σέ υφάσματα τότε. Ύποστήριξε ότι ή ενσάρκωση του Κυρίου δέν δικαιώνει τήν κατασκευή εικόνων, τίς όποίες χαρακτήρισε νέα ειδωλολατρία. Κάλεσε τόν κληρο καί τόν λαό νά αρνηθουν τήν συνήθεια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τότε, κινούμενος από άκριτο ζηλο, ζήτησε κακώς τήν επέμβαση του αύτοκράτορα Θεοδοσίου, ό όποίος εύτυχώς κώφευσε.

 

 

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Η επιστολή αγιότητας - υπ΄αριθμόν 101 του αγίου Γρηγορίου Θεολόγου



       Μόνο εντυπωσιασμένος μπορεί να δηλώσει κανείς αφότου έχει διαβάσει την συγκεκριμένη επιστολή. Επιστολή αγιότητας. Είχα διαβάσει και άλλα έργα του αγίου Γρηγορίου, έχοντας σταχυολογήσει την σοφία του, αλλά πραγματικά μετά από το διάβασμα αυτής της επιστολής τον παραδέχτηκα θεολογικά. Είναι άγιος για μένα. Και μόνο αυτή η επιστολή αρκούσε για να ανακηρυχθεί ο Γρηγόριος άγιος και διδάσκαλος της καθολικής Εκκλησίας.

         Μετρημένη και γραμμένη όπως πρέπει, με επιχειρηματολογία θεϊκής έμπνευσης. Πραγματικά δεν ξέρω να εξηγήσω το πως, αλλά ακράδαντα πιστεύω ότι αυτή η επιστολή γράφτηκε υπό την επίρροια του αγίου Πνεύματος ή από κάποια θεία έμπνευση. Μάλλον είχε έλλαμψη - φωτισμό ο άγιος Γρηγόριος την ώρα που έγραφε την επιστολή. Ο ελιγμός και η λεπτότητα της σκέψης του είναι πρωτοφανής και θα τον ζήλευε ακόμη και ένας αρχαίος φιλόσοφος.

        Η επιστολή δεν καταδικάζει μόνο το βασικό δόγμα του Απολλιναρίου, ότι τον ανθρώπινο νου κατέλαβε στον Χριστό η θεότητα, ο Λόγος, αλλά στρέφεται και εναντίων όσων διαχωρίζουν τον Χριστό σε δύο υιούς, ίσως μία πρώιμη μορφή Νεστοριανισμού από την Αντιοχειανή σχολή σκέψης στους κόλπους της Εκκλησίας.



  

        Ο Γρηγόριος προτρέπει τους Απολλιναριστές να μην κρίνουν τα πράγματα που αφορούν την Χριστολογία αποκλειστικά υπό την σωματική - υλική σκοπιά. Ένα δοχείο δεν πρόκειται να χωρέσει δύο δοχεία, ούτε ένα σώμα δύο σώματα. Αν δουν όμως νοητά και ασώματα - πνευματικά τα πράγματα θα κατανοήσουν ότι ένα σπίτι για παράδειγμα, χωράει και το φως του ηλίου και μια μικρή λάμψη ταυτόχρονα, θέλοντας με αυτό το επιχείρημα να υπονοήσει ότι και ο Χριστός χώρεσε και τον Λόγο και τον ανθρώπινο νου στην υπόστασή του. Τα θεία πρέπει να τα θεωρούμε ασώματα και πνευματικά.

       Επίσης για να καταρρίψει το επιχείρημα του Απολλιναρίου από την ρίζα του, ότι δύο τέλεια δεν μπορούν από τη φύση τους να ενωθούν και να γίνουν ένα ον, ο Γρηγόριος υποστηρίζει ότι η τελειότητα ενός όντος έχει πάντα να κάνει σε σχέση με κάτι άλλο. Ο νους του ανθρώπου είναι τέλειος ως προς την ψυχή και το σώμα, όχι όμως ως προς τον Θεό Λόγο, ο οποίος υπερέχει κατά πολύ του ανθρώπινο νου. Συνεπώς στην ουσία δεν πρόκειται για ένωση δύο τέλειων όντων (Λόγος + νους). Προτείνει επομένως μία αναθεώρηση της τελειότητας, πάντα σε σχέση με κάτι άλλο και με αυτόν τον τρόπο διασπά το δόγμα των Απολλιναριστών περί της μη ένωσης δύο τέλειων όντων σε μία υπόσταση.

       Η επιστολή 101 του Γρηγορίου Θεολόγου είναι επίσημα αναγνωρισμένη από την Σύνοδο της Εφέσου (431).




Απόσπασμα Επιστολής 101 πρὸς Κληδόνιον πρεσβύτερον:

...Ἀλλ' οὐκ ἐχώρει, φησί, δύο τέλεια. Οὐδὲ γάρ, εἴπερ σωματικῶς σκοπεῖς. Ἀγγεῖον γὰρ μεδιμναῖον οὐ χωρήσει διμέδιμνον, οὐδὲ σώματος ἑνὸς τόπος δύο ἢ πλείω σώματα· εἰ δὲ ὡς νοητὰ καὶ ἀσώματα, σκόπει ὅτι καὶ ψυχὴν καὶ λόγον καὶ νοῦν καὶ Πνεῦμα ἅγιον ὁ αὐτὸς ἐχώρησα καὶ πρὸ ἐμοῦ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ὁ κόσμος οὗτος, τὸ ἐξ ὁρατῶν λέγω καὶ ἀοράτων σύστημα. Τοιαύτη γὰρ ἡ τῶν νοητῶν φύσις, ἀσωμάτως καὶ ἀμερίστως καὶ ἀλλήλοις καὶ σώμασι μίγνυσθαι. Ἐπεὶ καὶ φωναὶ πλείους ἀκοῇ μιᾷ χωρηταί, καὶ ὄψεις πλειόνων τοῖς αὐτοῖς ὁρατοῖς, καὶ ὀσφραντοῖς ὄσφρησις, οὔτε τῶν αἰσθήσεων στενοχωρουμένων ὑπ' ἀλλήλων ἢ ἐκθλιβομένων, οὔτε τῶν αἰσθητῶν ἐλαττουμένων τῷ πλήθει τῆς ἀντιλήψεως.

Πίστευε ο Απολλινάριος Λαοδικείας στο ασύγχυτο των δύο φύσεων μετά την ένωση;




      Απολλινάριος Λαοδικείας (312-390μ.Χ.). Αναμφισβήτητα μία ιδιάζουσα περίπτωση. Δύσκολος νους. Ο Απολλινάριος βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην φιλοσοφία. Λάτρης της ελληνικής κλασικής παιδείας, στοχαζόταν χριστολογικά έχοντας ως πρώτη βάση την αριστοτελική φιλοσοφία και όχι τις άγιες Γραφές ή την παράμετρο της σωτηριολογίας του ανθρώπου. Παρά την αιρετική χριστολογικά κακοδοξία του, την οποία θα αναλύσουμε σε ξεχωριστή ανάρτηση, ο αιρετικός επίσκοπος από την Λαοδικεία ίσως να υπήρξε ο πρώτος εκκλησιαστικός άνδρας που ανέδειξε μία άρτια δομημένη και συγκροτημένη χριστολογία για τον 4ο αιώνα μ.Χ. 
       Σε θέματα τριαδολογίας υπήρξε ορθόδοξα σκεπτόμενος, υποστηρίζοντας με σθένος την θεότητα του Αγίου Πνεύματος κατά των Πνευματομάχων. Επιπλέον υποστήριζε ότι ο Υιός δεν ήταν κτίσμα του Πατρός και πίστευε στην αιώνια προϋπαρξη του Υιού μαζί με τον Πατέρα. Ήταν θερμός υποστηρικτής της Συνόδου της Νίκαιας (325) και γενικώς είχε μεγάλο συγγραφικό έργο και δράση κατά των αρειανών της εποχής του.
     Ο Θεοδώρητος Κύρου (περίπου 390-457), ένας άλλος καταδικασμένος λόγιος επίσκοπος, στο έργο του (διάλογος) Ερανιστής παραθέτει αποσπάσματα από έργα του Απολλιναρίου που υποστηρίζουν το ασύγχυτο και το ακέραιο των δύο φύσεων στον Χριστό μετά την ένωση.
    Ας εξετάσουμε μερικά:



 

Το σώμα του Χριστού παραμένει υλικό και δεν μεταβάλλεται σε άϋλο μετά την ενσάρκωση, όπως άυλη παραμένει η θεότητα. Δεν έχουμε δηλαδή φαινομενική σάρκωση, όπως την θεωρούσαν οι γνωστικοί δοκήτες.



Ο Απολλινάριος ξεκαθαρίζει ότι η ένωση του Θεού με το σώμα δεν σημαίνει μεταβολή της ουσίας του σώματος. Παρόλα αυτά, το σώμα μετά την ένωση προσεταιρίζειται τις ιδιότητες του θείου, όπως και το θείο «αγκαλιάζει» τις ανθρώπινες ιδιότητες, χωρίς όμως να υπάγεται με φυσικό τρόπο σε αυτέ. Το απαθές ανήκει στην θεότητα και τα πάθη όπως π.χ. η πείνα και η δίψα προσιδιάζουν στο σώμα του Χριστού.


Σε αυτό το τελευταίο απόσπασμα που παραθέτουμε, νομίζουμε ότι διαφαίνεται ξεκάθαρα η προτίμηση εξύψωσης του θεϊκού στοιχείου από τον Απολλινάριο. Η ανθρώπινη ενέργεια και θέληση μετέχει της θεϊκής, όντας όμως ήσσονος ποιότητας από την θεϊκή ενέργεια. Ο Απολλινάριος παρόλα αυτά σε κανένα σημείο δεν υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ενέργεια απορροφάται από την θεία μετά την ένωση, βασική διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού. Κανείς δεν μπορεί όμως να μην διερωρηθεί εάν τελικά ήταν αυτή η μείωση του ανθρώπινου θελήματος από τον Απολλινάριο, η οποία οδηγεί κάποια χρόνια αργότερα στον Μονοφυσιτισμό του Ευτυχή.
       Επομένως, ως προς το ασύγχυτο των δύο φύσεων ο Απολλινάριος φέρεται να υπήρξε ορθόδοξος. Προσωπικά θεωρούμε ότι ο Απολλινάριος δεν ήταν σκόπιμα και πεισματικά αιρετίζων, κάτι που με σιγουριά θα εξέφραζε κανείς για τον Άρειο ή τον Ευνόμιο ή τον Ευτυχή. Όμως η χριστολογία του εξαπλώθηκε, απέκτησε φανατικούς υποστηρικτές και δημιούργησε ολόκληρη χριστολογική σχολή σκέψης και σχίσμα στην Εκκλησία, κάτι που αργότερα οδήγησε αναπόφευκτα την αλεξανδρινή θεολογική σχολή στον ακραίο Μονοφυσιτισμό του Ευτυχή.