Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απολλινάριος Λαοδικείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απολλινάριος Λαοδικείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Ο Διόδωρος Ταρσού για τον Αδάμ και τον Χριστό



     Τον 4ο αιώνα μ.Χ. οι θεολογικές ζυμώσεις ήταν έντονες και καμία βιβλική ερμηνεία δεν θεωρούνταν αυτονόητα ως παραδοσιακή. Εκτός από τον Αρειανισμό, υπήρχαν και άλλες θεολογικές τάσεις όπως ο Σαβελλιανισμός, ο Μανιχαϊσμός και οι ακόλουθοι του Παύλου του Σαμοσατέως. Ήδη από τον 3ο αιώνα άρχισαν να διαμορφώνονται  δύο θεολογικές σχολές σκέψης, η Αλεξανδρινή και η Αντιοχειανή, που αντιμάχονταν η μία την άλλη. Σαφώς υπήρχαν και μετριοπαθείς θεολόγοι που προσπαθούσαν να τηρήσουν τις ισορροπίες ανάμεσα στις ακρότητες των δύο προαναφερθέντων σχολών.

       Οι δύο αυτές σχολές θεολογικής σκέψης, αργότερα τον 5ο αιώνα, ήρθαν σε σύγκρουση για ακόμη μία φορά και εκπροσωπήθηκαν από τον Κύριλλο Αλεξανδρείας και τον Νεστόριο, οδηγώντας σε δύο χριστολογικές ακρότητες. Η Αλεξανδρινή σχολή στον Μονοφυσιτισμό και η Αντιοχειανή στον Νεστοριανισμό. Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας το 451μ.Χ. προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις δύο θεολογικές ακρότητες, παίρνοντας στοιχεία και από τις δύο και καταλήγοντας στην δογματική θεώρηση του Χριστού ως ενός προσώπου «εν δύο φύσεσι», αποτελούμενου από δύο τέλειες φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη. 

 


       Τον 4ο αιώνα, ο Διόδωρος Ταρσού είναι ο κύριος εκπρόσωπος της αντιοχειανής σχολής, έχοντας ως αντίπαλο τον σύγχρονό του Απολλινάριο Λαοδικείας. Ίσως δύο από τα σπουδαιότερα και πιο μορφωμένα πνεύματα του 4ου αιώνα. Σπούδασε ελληνική φιλοσοφία στην Αθήνα μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και ήταν ασκητικός. Έγραψε διατριβές κατά του αρειανισμού, της μαγείας, της αστρολογίας και κατά του Απολλιναρίου Λαοδικείας, οι οποίες δεν σώζονται. Σώζονται όμως πολλά ερμηνευτικά του σχόλια στην Αγία Γραφή. Μαθητές του υπήρξαν ο Θεόδωρος Μοψουεστίας και ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Ο Διόδωρος ήταν από τους πρώτους που εφάρμοσαν την ιστορικογραμματική ερμηνευτική των Γραφών.

      Ερμηνεύοντας το χωρίο της Προς Ρωμαίους 5:18-19 του αποστόλου Παύλου: 

«18Ἄρα οὖν ὡς διʼ ἑνὸς παραπτώματος εἰς πάντας ἀνθρώπους εἰς κατάκριμα, οὕτως καὶ διʼ ἑνὸς δικαιώματος εἰς πάντας ἀνθρώπους εἰς δικαίωσιν ζωῆς· 19ὥσπερ γὰρ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὕτως καὶ διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς δίκαιοι κατασταθήσονται οἱ πολλοί».

ο Διόδωρος τονίζει ότι το σφάλμα του Αδάμ (του ενός ανθρώπου) υπήρξε η παρακοή προς το Θεό, ενώ ο Χριστός έδειξε υπακοή προς το Θεό Πατέρα, οδηγούμενος στην ενσάρκωση και στο θείο πάθος. Με αυτόν τον τρόπο η υπακοή νίκησε την παρακοή. Στην ερμηνεία του ο Διόδωρος χρησιμοποιεί το χωρίο 2:8 της Προς Φιλιππησίους επιστολής. Εφαρμόζει επομένως την μέθοδο ερμηνείας της Γραφής διά της Γραφής, μιας μεθόδου που τόσο οι Ιουδαίοι όσο και οι χριστιανοί ήταν ένθερμοι υποστηρικτές.

Διόδωρος Ταρσού, Είς τήν πρός Ρωμαίους, 5,18 – 19

    Ἐξετάσας καὶ διαγυμνάσας τήν τε διὰ τοῦ Ἀδὰμ προστριβεῖσαν ἀνθρώποις ζημίαν καὶ τὴν παρὰ τοῦ κυρίου δωρηθεῖσαν εὐεργεσίαν, ἐπάγει λοιπὸν ἀποφατικώτερον διδάσκων, ὡς τοῦ μὲν Ἀδὰμ κατέκρινε καὶ ἐθανάτωσεν ἀνθρώπους τὸ παράπτωμα, τοῦ δὲ κυρίου ἐζωοποίησε τὸ δικαίωμα. τί δὲ τοῦ Ἀδὰμ τὸ παράπτωμα; <ἡ παρακοή.> τί δὲ τοῦ κυρίου τὸ δικαίωμα; <ἡ ὑπακοή> ἣν ὑπήκουσε τῷ πατρὶ κατὰ τὸ ἐνανθρωπῆσαι καὶ παθεῖν ὑπὲρ ἀνθρώπων, καθὼς ἐν ἑτέροις ὁ ἀπόστολός φησι· <σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.> ὥστε ἡ ὑπακοὴ καθεῖλε τὴν παρακοὴν καὶ τῷ βελτίστῳ τὸ χείριστον κατηγωνίσατο.

 

 

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Πίστευε ο Απολλινάριος Λαοδικείας στο ασύγχυτο των δύο φύσεων μετά την ένωση;




      Απολλινάριος Λαοδικείας (312-390μ.Χ.). Αναμφισβήτητα μία ιδιάζουσα περίπτωση. Δύσκολος νους. Ο Απολλινάριος βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην φιλοσοφία. Λάτρης της ελληνικής κλασικής παιδείας, στοχαζόταν χριστολογικά έχοντας ως πρώτη βάση την αριστοτελική φιλοσοφία και όχι τις άγιες Γραφές ή την παράμετρο της σωτηριολογίας του ανθρώπου. Παρά την αιρετική χριστολογικά κακοδοξία του, την οποία θα αναλύσουμε σε ξεχωριστή ανάρτηση, ο αιρετικός επίσκοπος από την Λαοδικεία ίσως να υπήρξε ο πρώτος εκκλησιαστικός άνδρας που ανέδειξε μία άρτια δομημένη και συγκροτημένη χριστολογία για τον 4ο αιώνα μ.Χ. 
       Σε θέματα τριαδολογίας υπήρξε ορθόδοξα σκεπτόμενος, υποστηρίζοντας με σθένος την θεότητα του Αγίου Πνεύματος κατά των Πνευματομάχων. Επιπλέον υποστήριζε ότι ο Υιός δεν ήταν κτίσμα του Πατρός και πίστευε στην αιώνια προϋπαρξη του Υιού μαζί με τον Πατέρα. Ήταν θερμός υποστηρικτής της Συνόδου της Νίκαιας (325) και γενικώς είχε μεγάλο συγγραφικό έργο και δράση κατά των αρειανών της εποχής του.
     Ο Θεοδώρητος Κύρου (περίπου 390-457), ένας άλλος καταδικασμένος λόγιος επίσκοπος, στο έργο του (διάλογος) Ερανιστής παραθέτει αποσπάσματα από έργα του Απολλιναρίου που υποστηρίζουν το ασύγχυτο και το ακέραιο των δύο φύσεων στον Χριστό μετά την ένωση.
    Ας εξετάσουμε μερικά:



 

Το σώμα του Χριστού παραμένει υλικό και δεν μεταβάλλεται σε άϋλο μετά την ενσάρκωση, όπως άυλη παραμένει η θεότητα. Δεν έχουμε δηλαδή φαινομενική σάρκωση, όπως την θεωρούσαν οι γνωστικοί δοκήτες.



Ο Απολλινάριος ξεκαθαρίζει ότι η ένωση του Θεού με το σώμα δεν σημαίνει μεταβολή της ουσίας του σώματος. Παρόλα αυτά, το σώμα μετά την ένωση προσεταιρίζειται τις ιδιότητες του θείου, όπως και το θείο «αγκαλιάζει» τις ανθρώπινες ιδιότητες, χωρίς όμως να υπάγεται με φυσικό τρόπο σε αυτέ. Το απαθές ανήκει στην θεότητα και τα πάθη όπως π.χ. η πείνα και η δίψα προσιδιάζουν στο σώμα του Χριστού.


Σε αυτό το τελευταίο απόσπασμα που παραθέτουμε, νομίζουμε ότι διαφαίνεται ξεκάθαρα η προτίμηση εξύψωσης του θεϊκού στοιχείου από τον Απολλινάριο. Η ανθρώπινη ενέργεια και θέληση μετέχει της θεϊκής, όντας όμως ήσσονος ποιότητας από την θεϊκή ενέργεια. Ο Απολλινάριος παρόλα αυτά σε κανένα σημείο δεν υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ενέργεια απορροφάται από την θεία μετά την ένωση, βασική διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού. Κανείς δεν μπορεί όμως να μην διερωρηθεί εάν τελικά ήταν αυτή η μείωση του ανθρώπινου θελήματος από τον Απολλινάριο, η οποία οδηγεί κάποια χρόνια αργότερα στον Μονοφυσιτισμό του Ευτυχή.
       Επομένως, ως προς το ασύγχυτο των δύο φύσεων ο Απολλινάριος φέρεται να υπήρξε ορθόδοξος. Προσωπικά θεωρούμε ότι ο Απολλινάριος δεν ήταν σκόπιμα και πεισματικά αιρετίζων, κάτι που με σιγουριά θα εξέφραζε κανείς για τον Άρειο ή τον Ευνόμιο ή τον Ευτυχή. Όμως η χριστολογία του εξαπλώθηκε, απέκτησε φανατικούς υποστηρικτές και δημιούργησε ολόκληρη χριστολογική σχολή σκέψης και σχίσμα στην Εκκλησία, κάτι που αργότερα οδήγησε αναπόφευκτα την αλεξανδρινή θεολογική σχολή στον ακραίο Μονοφυσιτισμό του Ευτυχή.