Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

Ο Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός για τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας


    

    Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με την περίπτωση του  Ρωμαίου αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη ή Αποστάτη ή κατ΄άλλους Μέγα (331-363 μ.Χ.) και την τέταρτη εξορία του Μ. Αθανασίου.
     Η πολιτική που ακολούθησε ο Ιουλιανός ήταν σχεδόν ασύμμετρη με την εποχή που ζούσε κι αυτό διότι επιχείρησε μία θρησκευτική μεταρρύθμιση σε μια Αυτοκρατορία στην οποία πλέον η πλειονότητα του πληθυσμού αποτελούνταν από χριστιανούς υπηκόους, τουλάχιστον με βεβαιότητα στο ανατολικό της τμήμα. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να παίρνουν μία ιστορική καμπή, η οποία ευνοούσε την άνοδο του Χριστιανισμού. Αυτό ακριβώς είχαν αντιληφθεί ο Μ. Κωνσταντίνος και ο διάδοχός του Κωνστάντιος. 
    Ο Ιουλιανός από την άλλη σκόπευσε στην αναβίωση του Ελληνισμού (με τη θρησκευτική σημασία του όρου), στην καταστολή της μαζικής επιρροής του Χριστιανισμού στην κοινωνία, με αναμενόμενο αποτέλεσμα τις εξάρσεις κρουσμάτων βίας και σύγκρουσης. Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ερμείας Σωζομενός μας πληροφορεί εκτενέστατα σχετικά με αυτά τα κρούσματα, στον Ε΄ Τόμο της «Εκκλησιαστικής Ιστορίας».
    Παρά την επιθυμία του να παραμείνει κρυφή η αντιπάθειά του προς τους χριστιανούς, στην επιστολή του υπ΄αριθμόν 112, ο Ιουλιανός διατάσσει με φθόνο την εξορία και τη δίωξη κατά του επισκόπου Αθανασίου Αλεξανδρείας. Πιο συγκεκριμένα η επιστολή 112 απευθύνεται προς τον Έπαρχο της Αιγύπτου Εκδίκιο, στον οποίο ο Ιουλιανός διατάσσει την εξορία του Μεγάλου Αθανασίου, αποκαλώντας τον χαρακτηριστικά «εχθρό των θεών».
      Προφανώς ο Μ. Αθανάσιος, ως βαρυσήμαντη μορφή της Εκκλησίας τον 4ο αιώνα μ.Χ., μετέστρεφε πολλούς πολίτες από τον παγανισμό στον Χριστιανισμό, βαπτίζοντάς τους και μυώντας τους στην χριστιανική πίστη, κάτι που δεν άρεσε στον αυτοκράτορα Ιουλιανό, οπότε και τελικώς επήλθε η τέταρτη εξορία του από την Αίγυπτο. 






Ιουλιανού, Επιστολή 112. Ἐκδικίῳ ἐπάρχῳ Αἰγύπτου 


«Ὄμνυμι δὲ τὸν μέγαν Σάραπιν ὡς, εἰ μὴ πρὸ τῶν Δεκεμβρίων καλανδῶν ὁ θεοῖς ἐχθρὸς Ἀθανάσιος ἐξέλθοι ἐκείνης (εννοεί της Αλεξάνδρειας), μᾶλλον δὲ καὶ πάσης τῆς Αἰγύπτου, τῇ ὑπακουούσῃ σοι τάξει προστιμήσαιμι χρυσοῦ λίτρας ἑκατόν· … Μὰ τοὺς θεοὺς πάντας οὐδὲν οὕτως ἂν ἴδοιμι,μᾶλλον δὲ ἀκούσαιμι ἡδέως παρὰ σοῦ πραχθέν, ὡς Ἀθανάσιον ἐξεληλαμένον τῶν τῆς Αἰγύπτου τόπων, τὸν μιαρόν, ὃς ἐτόλμησεν Ἑλληνίδας ἐπ' ἐμοῦ γυναῖκας τῶν ἐπισήμων βαπτίσαι. Διωκέσθω»


Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Ο Αύγουστος Ιουστινιανός για την ενσάρκωση του Χριστού



    Ο Φλάβιος Ιουστινιανός Αύγουστος υπήρξε μεγάλος οραματιστής Ρωμαίος αυτοκράτωρ του 6ου αιώνα μ.Χ. Ήταν ταπεινής καταγωγής από αγροτική οικογένεια, κι όμως έγινε αυτοκράτορας ολόκληρης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Την εποχή του τα σύνορα της Αυτοκρατορίας έφταναν μέχρι την Αίγυπτο και τη Συρία.

    Έδειχνε μεγάλη αγάπη για την Εκκλησία του και όπως ο Μ. Κωνσταντίνος επιθυμούσε την ενότητα της πίστεως στο κοινό σώμα της Εκκλησίας. Είχε πάντα λόγο και εμπλεκόταν στις θεολογικές έριδες δυναμικά. Στα πλαίσια της θρησκευτικής του πολιτικής συνεκάλεσε αρκετές συνόδους, καταδίκασε τον Ωριγενισμό, αλλά και έγραψε θεολογικά έργα στα οποία στήριζε τις θεολογικές του απόψεις επιχειρηματολογώντας πάνω σε αυτές, πάντα υπό το πρίσμα της Αγίας Γραφής και της πατερικής Παράδοσης.

     Στο έργο του, Κατά Μονοφυσιτών (contra monophysitas), ο Ιουστιανιανός προσπαθεί να ορίσει τις δύο φύσεις του Χριστού όπως τις νοεί η καθολική Εκκλησία και κατ΄επέκταση να υπερασπιστεί την Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451μ.Χ.). Η αλήθεια βρίσκεται πάντα στη μέση και στο μέτρο. Η Εκκλησία δεν δέχεται ούτε τον πλήρη διαχωρισμό των φύσεων όπως έπραττε ο Νεστόριος, ούτε όμως και σύγχυση των φύσεων με τελική απορρόφηση της ανθρώπινης φύσης, όπως έπρατταν ο Απολλινάριος και ο Ευτυχής.

     Θα παραθέσουμε ένα απόσπασα από το έργο αυτό, σχετικό με την ενσάρκωση του Λόγου και την ανθρώπινη σωτηρία, το οποίο κατά την γνώμη μας έχει και έντονο ποιητικό χαρακτήρα. Χαρακτήρας μιας άλλης εποχής, με τα συν και τα πλην, όμως σε κάθε περίπτωση διαφορετικής, όπου ο ανώτατος διοικητής μιας πολιτείας είχε άμεσο και ενεργό λόγο στα θρησκευτικά ζητήματα και όχι μόνο σε οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής φύσεως θέματα.





P.G. 86, 1105-1108

ΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝ ΔΕ ΟΤΙ Ο ΜΟΝΟΓΕΝΗΣ ΥΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, 
Ο ΣΥΝ ΠΑΤΡΙ ΚΑΙ ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΔΟΞΑΖΟΜΕΝΟΣ ΤΕ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝΟΣ, 
Ο ΓΕΝΝΗΘΕΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΑΣΥΓΧΡΟΝΩΣ ΚΑΙ ΑΣΩΜΑΤΩΣ
ΤΟ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΦΩΣ, Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ
ΤΟ ΕΚΜΑΓΕΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΧΕΤΥΠΟΥ
Η ΜΗ ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΣΦΡΑΓΙΣ
Η ΑΠΑΡΑΛΛΑΚΤΟΣ ΕΙΚΩΝ, 
Ο ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ
ΟΥ ΠΕΡΙΙΔΕΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΦΘΟΝΩ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΠΙΚΡΑ ΓΕΥΣΕΙ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ, ΘΕΟΥ ΠΕΠΟΙΗΚΟΤΩΣ ΕΛΕΙΝΩΣ ΧΩΡΙΖΟΜΕΝΟΝ. 
ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΗΜΕΤΕΡΑΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΝ, ΕΠΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑΝ ΕΙΚΟΝΑ ΧΩΡΕΙ, ΚΑΙ ΣΑΡΚΟΥΤΑΙ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΜΗΝ ΣΑΡΚΑ, ΚΑΙ ΨΥΧΗ ΝΟΕΡΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΜΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΙΓΝΥΤΑΙ, ΤΩ ΟΜΟΙΩ ΤΟ ΟΜΟΙΟΝ ΑΝΑΚΑΘΑΙΡΩΝ, 
ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΛΗΝ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Ο Αμφιλόχιος Ικονίου για τις αιρέσεις και τον διάβολο



    Καλό μήνα και καλά Χριστούγεννα στους αναγνώστες του ιστολογίου.

   Ο Αμφιλόχιος υπήρξε χριστιανός επίσκοπος του 4ου αιώνα μ.Χ. στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας. Ήταν Καππαδόκης στην καταγωγή και ήταν γνώριμος του Γρηγορίου Ναζιανζηνού και του Μεγάλου Βασιλείου. 
    Κάποιες ομιλίες του διασώζονται μέχρι σήμερα στα ελληνικά, ενώ κάποιες είναι αμφιβαλλόμενες.  Τα περισσότερα έργα του έχουν χαθεί.
   Στο έργο του, Κατά των αιρετικών, υπογραμμίζει ότι όπως ο Χριστός είναι ο καθηγητής της Εκκλησίας, έτσι και ο διάβολος είναι ο καθηγητής όλων των αιρέσεων. Ο διάβολος παραπλανεί και οδηγεί τους ανθρώπους μακριά από την λατρεία του ενός Θεού, κάνοντάς τους να θεοποιούν την κτίση. Για αυτό το λόγο ο Χριστός ενσαρκώθηκε, ώστε να οδηγήσει το πλάσμα του, τον άνθρωπο, και πάλι πίσω στην αληθινή λατρεία του Θεού.





« καθηγητὴς πασῶν τῶν αἱρέσεών ἐστιν διάβολος. Ὡς γὰρ Χριστὸς καθηγητής ἐστι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας καὶ παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καὶ παραστήσῃ αὐτὸςἑαυτῷ τὴν ἐκκλησίαν μὴ ἔχουσαν σπίλον ῥυτίδα τι τῶν τοιούτων, οὕτως καὶ διάβολος εἰς τὸ ἀπατᾶν καὶ σκορπίζειν ὢν ἕτοιμος καθηγητὴς γέγονε πασῶν τῶν αἱρέσεων. Μόνον γὰρ ἐδιδάχθη τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων θεὸν προσκυνεῖν, πολλοὺς δὲ ψευδωνύμους θεοὺς ἐποίησεν διάβολος· τί δὲ λέγω πολλούς, πᾶσαν τὴν κτίσιν ἐθεοποίησεν, ἵνα τὸν ἄθλιον ἄνθρωπον ἀπὸ τοῦ ὄντως θεοῦ ἀποπλανήσῃ. Ἦν γὰρ ἰδεῖν ὁμοιώματα ζῴων καὶ θηρίων καὶ ἑρπετῶν καὶ πετεινῶν προσκυνούμενα, ἔτι δὲ καὶ πᾶσαν σχεδὸν τὴν ὕλην ὡς θεὸν τιμωμένην. Καὶ διὰ τοῦτο κύριος τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν ὑπὲρ τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων ἀνεδέξατο, ἵνα τὴν πολύθεον πλάνην καταργήσῃ καὶ ἐπὶ τὴν προσκύνησιν τοῦ ὄντως θεοῦ ἐπιστρέψῃ διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας, καὶ πᾶσαν τὴν ἀνθρωπότητα διεσπαρμένην συναγάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν –  καὶ σῶμα αὐτοῦ προσηγόρευσε – , καὶ πληρωθῇ λόγος αὐτοῦ· Ἔσται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν».